
Η ψυχική υγεία αποτελεί θεμελιώδη παράγοντα ευεξίας και ισορροπίας στη ζωή του ανθρώπου.
Στο
ιατρείο παρέχεται ιατρική φροντίδα βασισμένη σε επιστημονικά
τεκμηριωμένες προσεγγίσεις, με στόχο την κατανόηση και αντιμετώπιση των
ψυχικών δυσκολιών.
Η κλινική εμπειρία συνδυάζεται με τη
ψυχαναλυτική προσέγγιση, ώστε η κάθε θεραπευτική πορεία να προσαρμόζεται
στην υποκειμενικότητα και την ψυχική πραγματικότητα κάθε ανθρώπου.
Βιογραφικό
Η Δρ.
Δέσποινα Κυριάκου είναι ψυχίατρος και ψυχαναλύτρια, με εμπειρία σε
ποικίλα κλινικά πλαίσια ψυχικής υγείας στην Ελλάδα και την Ολλανδία.
Σπούδασε Ιατρική στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης και
ολοκλήρωσε την ειδικότητα της Ψυχιατρικής στην Αθήνα. Παράλληλα,
πραγματοποίησε μεταπτυχιακές σπουδές στην Αντιμετώπιση Εξαρτήσεων –
Εξαρτησιολογία στο Εθνικό και Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών (ΕΚΠΑ).
Στο πλαίσιο της επαγγελματικής της πορείας, εργάστηκε στον οργανισμό ψυχικής υγείας Mondriaan στο Maastricht της Ολλανδίας, όπου απέκτησε εμπειρία στην κοινοτική ψυχιατρική.
Επιπρόσθετα,
έχει εκπαιδευτεί στη Λακανική Ψυχανάλυση και δραστηριοποιείται ως μέλος
της Ελληνικής Εταιρείας της Νέας Λακανικής Σχολής (NLS).
Η
κλινική της πρακτική περιλαμβάνει τη διάγνωση και θεραπευτική
αντιμετώπιση ψυχικών διαταραχών, καθώς και τη δυνατότητα μακροχρόνιας
ψυχαναλυτικής παρακολούθησης. Στο επίκεντρο της προσέγγισής της
βρίσκονται η επιστημονική ακρίβεια, η διακριτικότητα και ο σεβασμός στη
μοναδικότητα κάθε ανθρώπου.
Διατηρεί ιδιωτικό ιατρείο στη Λευκωσία και είναι συμβεβλημένη με το ΓΕΣΥ.
Υπηρεσίες

Ψυχιατρική εκτίμηση και παρακολούθηση
- Ψυχιατρική αξιολόγηση και διάγνωση
- Φαρμακοθεραπεία όπου κρίνεται απαραίτητο
- Παρακολούθηση της πορείας της θεραπείας
- Συμβουλευτική για το άτομο και την οικογένεια
- Έκδοση ιατρικών βεβαιώσεων/πιστοποιητικών
Ψυχοθεραπευτική Υποστήριξη
- Ψυχανάλυση
- Ψυχοθεραπεία ψυχαναλυτικού προσανατολισμού
Συμπτώματα και παθήσεις
Οι πιο συχνές ψυχικές διαταραχές για τις οποίες παρέχεται υποστήριξη
Αγχώδεις Διαταραχές
Το άγχος γίνεται δυσλειτουργικό
Το άγχος αποτελεί φυσιολογική αντίδραση σε κατάσταση απειλής ή κινδύνου.
Σε ορισμένες περιπτώσεις, ωστόσο, το άγχος εμφανίζεται χωρίς πραγματικό κίνδυνο ή παραμένει επίμονο και έντονο, επηρεάζοντας την καθημερινή λειτουργικότητα. Τότε μπορεί να πρόκειται για αγχώδη διαταραχή.
Οι αγχώδεις διαταραχές μπορούν να εμφανιστούν σε οποιαδήποτε ηλικία. Σε ευρωπαϊκό επίπεδο, εκτιμάται ότι περίπου 13–14% των ενηλίκων εμφανίζουν κάποια μορφή αγχώδους διαταραχής σε κάποια φάση της ζωής τους.
Συχνότερες Αγχώδεις Διαταραχές
Γενικευμένη Αγχώδης Διαταραχή
Χαρακτηρίζεται από
επίμονη και διάχυτη ανησυχία για καθημερινά ζητήματα, η οποία δεν
συνδέεται με συγκεκριμένη κατάσταση. Συχνά συνοδεύεται από σωματικά
συμπτώματα, όπως εφίδρωση και αίσθημα παλμών.
Διαταραχή Πανικού
Εμφανίζονται αιφνίδιες κρίσεις
έντονου άγχους, με συμπτώματα όπως ταχυκαρδία, εφίδρωση, τρόμος ή ζάλη.
Μπορεί να συνυπάρχει αγοραφοβία, δηλαδή αποφυγή χώρων ή καταστάσεων λόγω
φόβου νέας κρίσης.
Κοινωνική Αγχώδης Διαταραχή
Αφορά έντονο φόβο
αρνητικής αξιολόγησης από άλλους. Το άτομο μπορεί να αποφεύγει
κοινωνικές ή επαγγελματικές καταστάσεις λόγω φόβου έκθεσης ή αρνητικής
αξιολόγησης.
Ειδική Φοβία
Πρόκειται για επίμονο και έντονο
φόβο συγκεκριμένου αντικειμένου ή κατάστασης (π.χ. ύψη, πτήσεις, ζώα,
ενέσεις). Ο φόβος συχνά αναγνωρίζεται ως υπερβολικός, αλλά παραμένει
ισχυρός.
Θεραπευτική αντιμετώπιση
Η θεραπεία εξαρτάται από το είδος της διαταραχής και τη βαρύτητα των συμπτωμάτων.
Μπορεί να περιλαμβάνει ψυχοθεραπευτικές παρεμβάσεις και, όπου ενδείκνυται, φαρμακευτική αγωγή.
Η έγκαιρη αξιολόγηση συμβάλλει στον καθορισμό της κατάλληλης θεραπευτικής προσέγγισης.
Κατάθλιψη
Επίμονη θλίψη και μειωμένη ενεργητικότητα
Η κατάθλιψη αποτελεί μία από τις συχνότερες ψυχικές διαταραχές.
Περίπου
το 25% των ενηλίκων θα βιώσει κάποια στιγμή στη ζωή του ένα επεισόδιο
κατάθλιψης. Σε ευρωπαϊκό επίπεδο, εκτιμάται ότι 6–7% των ενηλίκων
εμφανίζουν κατάθλιψη σε διάστημα ενός έτους.
Χαρακτηρίζεται από επίμονη θλίψη ή μειωμένο ενδιαφέρον και ευχαρίστηση για δραστηριότητες που παλαιότερα ήταν ευχάριστες, με διάρκεια μεγαλύτερη των δύο εβδομάδων.
Μπορεί να συνοδεύεται από διαταραχές ύπνου, κόπωση, δυσκολία στη συγκέντρωση ή αισθήματα αναξιότητας.
Η κατάθλιψη επηρεάζει την καθημερινή ζωή και τη λειτουργικότητα του ατόμου.
Με την κατάλληλη διάγνωση και θεραπευτική προσέγγιση, είναι δυνατόν να υπάρξει σταδιακή βελτίωση και αποκατάσταση της λειτουργικότητας.
Αιτιολογία
Η εμφάνιση της κατάθλιψης σχετίζεται συνήθως με συνδυασμό βιολογικών, ψυχολογικών και κοινωνικών παραγόντων, οι οποίοι διαφοροποιούνται από άτομο σε άτομο.
Θεραπευτική αντιμετώπιση
Η θεραπεία μπορεί να περιλαμβάνει ψυχοθεραπεία, φαρμακευτική αγωγή ή συνδυασμό αυτών, ανάλογα με τη βαρύτητα και τα χαρακτηριστικά της κάθε περίπτωσης.
Διπολική Διαταραχή
Έντονες διακυμάνσεις στη διάθεση που επηρεάζουν την καθημερινότητα
Ο όρος «Διπολική Διαταραχή» αναφέρεται στην εναλλαγή ανάμεσα σε δύο αντίθετες καταστάσεις: τη μανιακή και την καταθλιπτική φάση. Κατά τη διάρκεια της μανίας, το άτομο μπορεί να εμφανίζει αυξημένη ενέργεια, έντονη ευφορία ή αίσθηση υπερβολικής αυτοπεποίθησης. Αντίθετα, κατά την καταθλιπτική φάση επικρατούν χαμηλή διάθεση, θλίψη και μειωμένη ενεργητικότητα.
Η διαταραχή εμφανίζεται περίπου στο 1–2% του πληθυσμού και παρατηρείται με παρόμοια συχνότητα σε άνδρες και γυναίκες. Συχνότερα εκδηλώνεται μεταξύ των 15 και 30 ετών, χωρίς να αποκλείεται η εμφάνισή της και σε μεγαλύτερη ηλικία.
Η διάγνωση μπορεί να είναι απαιτητική, καθώς κατά τη μανιακή φάση το άτομο συχνά δεν αντιλαμβάνεται ότι νοσεί. Για τη διάγνωση απαιτείται η παρουσία και των δύο πόλων — μανιακού και καταθλιπτικού.
Αιτιολογία
Η αιτιολογία της διπολικής διαταραχής δεν είναι πλήρως γνωστή. Πιθανολογείται ότι σχετίζεται με συνδυασμό βιολογικών, ψυχολογικών και κοινωνικών παραγόντων. Η κληρονομικότητα φαίνεται να παίζει σημαντικό ρόλο, ενώ εμπειρίες πρώιμου τραύματος ή παραμέλησης, καθώς και ορισμένοι κοινωνικοί παράγοντες, μπορεί να αυξάνουν την πιθανότητα εμφάνισης της διαταραχής.
Θεραπευτική αντιμετώπιση
Η θεραπεία περιλαμβάνει ψυχοεκπαίδευση, ψυχοθεραπευτική υποστήριξη και φαρμακευτική αγωγή. Αν και η διαταραχή δεν θεραπεύεται οριστικά, η κατάλληλη αντιμετώπιση μπορεί να μειώσει τη συχνότητα και την ένταση των επεισοδίων.
Η ψυχοεκπαίδευση βοηθά στην αναγνώριση των πρώιμων ενδείξεων μιας επερχόμενης φάσης και στη διαχείρισή της. Η ψυχοθεραπεία στοχεύει στη σταθεροποίηση της διάθεσης και στη βελτίωση της λειτουργικότητας. Η φαρμακευτική αγωγή χρησιμοποιείται τόσο για τον έλεγχο των οξέων φάσεων όσο και για τη μακροχρόνια σταθεροποίηση της διάθεσης.
Ιδεοψυχαναγκαστική Διαταραχή (OCD)
Επίμονες αμφιβολίες και καταναγκαστικές συμπεριφορές
Η ιδεοψυχαναγκαστική διαταραχή, γνωστή και ως obsessive–compulsive disorder (OCD), χαρακτηρίζεται από ιδεοληψίες και/ή καταναγκασμούς.
Οι ιδεοληψίες είναι επίμονες σκέψεις, εικόνες ή παρορμήσεις που επανέρχονται παρά τη θέληση του ατόμου και συνοδεύονται συχνά από έντονο άγχος.
Οι καταναγκασμοί είναι επαναλαμβανόμενες πράξεις ή τελετουργίες που εκτελούνται με σκοπό τη μείωση της έντασης που προκαλούν οι ιδεοληψίες. Παραδείγματα αποτελούν το επαναλαμβανόμενο πλύσιμο των χεριών, ο συχνός έλεγχος (π.χ. αν η πόρτα είναι κλειστή), η τακτοποίηση αντικειμένων με συγκεκριμένο τρόπο ή η αποφυγή συγκεκριμένων αριθμών ή καταστάσεων.
Η διαταραχή μπορεί να επηρεάσει σημαντικά την καθημερινή λειτουργικότητα, τις σχέσεις και την επαγγελματική δραστηριότητα.
Αιτιολογία
Η ακριβής αιτιολογία δεν είναι πλήρως γνωστή. Πιθανολογείται ότι πρόκειται για αποτέλεσμα αλληλεπίδρασης βιολογικών, ψυχολογικών και κοινωνικών παραγόντων.
Η κληρονομικότητα φαίνεται να διαδραματίζει ρόλο, ενώ εμπειρίες πρώιμου τραύματος, στρεσογόνα γεγονότα ζωής, σωματική νόσος ή συνύπαρξη άλλων ψυχικών διαταραχών (όπως κατάθλιψη) μπορεί να αυξάνουν την ευαλωτότητα. Ορισμένοι κοινωνικοί παράγοντες έχουν συσχετιστεί με μεγαλύτερη συχνότητα εμφάνισης, χωρίς να είναι σαφές εάν αποτελούν αιτία ή συνέπεια της διαταραχής.
Θεραπευτική αντιμετώπιση
Η θεραπευτική προσέγγιση βασίζεται σε κλινική αξιολόγηση της έντασης των συμπτωμάτων και της επίδρασής τους στη λειτουργικότητα. Μπορεί να περιλαμβάνει ψυχοθεραπεία, φαρμακευτική αγωγή ή συνδυασμό αυτών, ανάλογα με τα χαρακτηριστικά της κάθε περίπτωσης.
Ψυχωτικές Διαταραχές
Η αντίληψη της πραγματικότητας διαταράσσεται
Στις ψυχωτικές διαταραχές η αντίληψη της πραγματικότητας διαφοροποιείται. Το άτομο δυσκολεύεται να διακρίνει τι είναι πραγματικό και τι όχι. Μπορεί να εμφανίζονται ψευδαισθήσεις — αντιληπτικές εμπειρίες χωρίς αντίστοιχο εξωτερικό ερέθισμα — ή παραληρητικές ιδέες, δηλαδή σταθερές πεποιθήσεις που δεν συμβαδίζουν με την αντικειμενική πραγματικότητα.
Συχνά οι διαταραχές στη σκέψη και την αντίληψη μπορεί να αντικατοπτρίζονται στη συμπεριφορά του ατόμου, που μπορεί να θεωρείται περίεργη και ακατονόητη.
Η πρώτη ψυχωτική εμπειρία εμφανίζεται συχνότερα μεταξύ 18 και 25 ετών. Ένα επεισόδιο μπορεί να διαρκέσει από λίγες ημέρες έως μερικούς μήνες. Σε ορισμένα άτομα εμφανίζεται μία μόνο φορά στη ζωή, ενώ σε άλλα μπορεί να επαναληφθεί.
Αιτιολογία
Η αιτιολογία της ψύχωσης είναι πολυπαραγοντική. Συνήθως πρόκειται για αλληλεπίδραση βιολογικών, ψυχολογικών και περιβαλλοντικών παραγόντων.
Η κληρονομικότητα διαδραματίζει σημαντικό ρόλο, ιδιαίτερα όταν υπάρχει οικογενειακό ιστορικό διπολικής διαταραχής, σχιζοφρένειας ή σοβαρής κατάθλιψης.
Περιβαλλοντικοί και ψυχοκοινωνικοί παράγοντες, όπως σημαντικές απώλειες ή χρήση ουσιών (συμπεριλαμβανομένης της κάνναβης), μπορεί να λειτουργήσουν ως εκλυτικοί παράγοντες.
Σε ορισμένες περιπτώσεις, η ψύχωση μπορεί να εμφανιστεί στο πλαίσιο επιλόχειας περιόδου ή ως αποτέλεσμα συγκεκριμένων φαρμάκων.
Ορισμένες σωματικές παθήσεις — ιδιαίτερα σε μεγαλύτερες ηλικίες ή μετά από χειρουργική επέμβαση — μπορεί να προκαλέσουν συμπτώματα που μοιάζουν με ψύχωση. Η κατάσταση αυτή ονομάζεται Οργανικό ψυχοσύνδρομο (delirium) και διαφοροποιείται από την ψυχωτική διαταραχή.
Θεραπευτική αντιμετώπιση
Σε περίπτωση ψυχωτικού επεισοδίου, η έγκαιρη παρέμβαση είναι καθοριστική για τη μείωση των συμπτωμάτων και την αποκατάσταση της λειτουργικότητας του ατόμου.
Η φαρμακολογική θεραπεία αποτελεί τον βασικό άξονα της αντιμετώπισης των ψυχωτικών διαταραχών και αυτή συμπληρώνεται από ψυχοθεραπευτικές και ψυχοκοινωνικές παρεμβάσεις
Εξαρτήσεις
Δυσκολία ελέγχου της χρήσης ή της συμπεριφοράς
Η εξάρτηση αποτελεί σύνθετη ψυχική διαταραχή, η οποία χαρακτηρίζεται από την επίμονη ανάγκη για χρήση μιας ουσίας ή την επανάληψη μιας συμπεριφοράς, τη δυσκολία διακοπής της και τη σημαντική επίδρασή της στην καθημερινή λειτουργικότητα.
Μπορεί να αφορά ουσίες, όπως το αλκοόλ και η κάνναβη, αλλά και συμπεριφορές, όπως ο τζόγος ή η υπερβολική ενασχόληση με το διαδίκτυο και τα ηλεκτρονικά παιχνίδια.
Αιτιολογία
Η ανάπτυξή της είναι συνήθως σταδιακή και δεν οφείλεται σε έναν μόνο παράγοντα. Πρόκειται για αλληλεπίδραση βιολογικών, ψυχολογικών και κοινωνικών παραμέτρων.
Η κληρονομική ευαλωτότητα, η δυσκολία διαχείρισης στρεσογόνων καταστάσεων ή έντονων συναισθημάτων και το κοινωνικό περιβάλλον μπορούν να συμβάλουν στην εμφάνιση και διατήρησή της.
Με την πάροδο του χρόνου αναπτύσσεται ανοχή, δηλαδή ανάγκη για μεγαλύτερη ποσότητα ή συχνότητα ώστε να επιτευχθεί το ίδιο αποτέλεσμα, ενώ η χρήση ή η συμπεριφορά συνδέεται με συγκεκριμένες καταστάσεις και συνήθειες, καθιστώντας τη διακοπή πιο απαιτητική.
Συχνά διαμορφώνεται ένας φαύλος κύκλος: η χρήση επιδιώκει την ανακούφιση από δυσάρεστα συναισθήματα, αλλά ταυτόχρονα οδηγεί σε νέες δυσκολίες, ενισχύοντας περαιτέρω την ανάγκη επανάληψης.
Θεραπευτική αντιμετώπιση
Η αντιμετώπιση της εξάρτησης απαιτεί συστηματική και εξατομικευμένη προσέγγιση.
Η διαγνωστική διαδικασία περιλαμβάνει ψυχιατρική και, όπου χρειάζεται, σωματική εκτίμηση, με στόχο την κατανόηση της βαρύτητας και των συνοδών παραγόντων.
Η θεραπευτική στρατηγική διαμορφώνεται σε συνεργασία με το άτομο και μπορεί να περιλαμβάνει αποτοξίνωση, στόχο πλήρους αποχής ή δομημένο περιορισμό της χρήσης, σε συνδυασμό με ψυχοθεραπευτική και υποστηρικτική παρέμβαση.
Η αποκατάσταση αποτελεί διαδικασία σταδιακής αλλαγής και ενίσχυσης της λειτουργικότητας σε προσωπικό, επαγγελματικό και κοινωνικό επίπεδο.
